Πέμπτη, 31 Μαΐου 2012

Η Επικαιρότητα του Αρχαίου Ελληνικού Πνεύματος

«Η διαχρονική σύγκρουση στους κόλπους της ανθρωπότητας δεν είναι παρά η σύγκρουση μεταξύ ποιοτικών και χυδαίων ανθρώπων»

Η κοσμοθέαση των αρχαίων Ελλήνων είναι ένα ζήτημα που απασχολεί στις μέρες μας ολοένα και περισσότερους επιστήμονες, φιλόσοφους αλλά και απλούς ανθρώπους. Δεν αποτελεί προσφιλή «ανάμνηση» κάποιων αρχαιολατρών, αλλά είναι κάτι ζωντανό το οποίο υπάρχει μέσα στον άνθρωπο όπου γης είναι ένα πανανθρώπινο μέτρο, ένας πανανθρώπινος παλμός, που δονεί διαφορετικά τον άνθρωπο που τον έχει μέσα του. Γιατί, δεν έχει σημασία η οποιαδήποτε αναφορά σ’ έναν πολιτισμό, όσο έξοχος αυτός κι αν ήταν, εάν είναι κλειδωμένος στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας και δεν έχει να πει τίποτε σήμερα, στον άνθρωπο της δικής μας εποχής. Μιλώντας συνεπώς για την Αρχαία Ελλάδα, δεν κάνουμε παρελθοντολογία, αλλά δυναμική παροντολογία και μελλοντολογία.

Την αναφορά στους αρχαίους Έλληνες προγόνους μας δεν την κάνουμε φωτογραφικά, δεν ονειρευόμαστε να κινούμαστε πάνω σε άρματα ή να φοράμε χλαμύδες. Αυτό που θέλουμε να κάνουμε είναι να μεταφερθεί στο τώρα εκείνο που ήταν η Ουσία του πολιτισμού τους, να προβληθεί αυτή στο παρόν και στο μέλλον, ως ένα υγιές πρότυπο της τωρινής ανθρωπότητας, μίας ανθρωπότητας που τα κυρίαρχα πρότυπα της την έχουν προ πολλού οδηγήσει σε απανωτά αδιέξοδα.

Με βάση τα παραπάνω, θα προσπαθήσω στη συνέχεια να μεταφέρω, πέρα από χρονικά πλαίσια, ορισμένα βασικά δεδομένα του πολιτισμού των προγόνων μας, με άλλα λόγια τη διαθήκη τους, μία διαθήκη ισχυρή στους αιώνες των αιώνων, όσο τουλάχιστον θα υπάρχουν ανθρώπινα όντα. Γιατί αυτή είναι η αξία του πολιτισμού των Ελλήνων: είναι ένας πολιτισμός ο οποίος εφηύρε τον ‘Aνθρωπο, όρισε τον ‘Aνθρωπο και ως εκ τούτου αφορά τον ‘Ανθρωπο στη διαχρονικότητα του.

Μιλάμε βέβαια για τον άνθρωπο με κεφαλαίο Α, όχι μόνον αυτόν που έχει σχήμα ανθρώπου, αφού όλοι όσοι γεννιούνται από ανθρώπινα όντα έχουν σχήμα ανθρώπου, έτσι το θέλει η φύση και ο γενετικός κώδικας. Μιλάμε για όλους τους ποιοτικούς Ανθρώπους του πλανήτη, στους οποίους οι Έλληνες έχουν πάντοτε να δώσουν πράγματα. Η Ιστορία των τελευταίων αιώνων αποδεικνύει ότι ακόμα και στις πιο απομακρυσμένες περιοχές του πλανήτη, οι Έλληνες βοήθησαν, όποτε υπήρξε ανάγκη, στο να ανασυρθεί δυναμικά ο παλαιός, αξιοπρεπής, ποιοτικός ‘Ανθρωπος, για να γίνει ξανά ιστορικό υποκείμενο. Όπου και όποτε χρειάστηκε δηλαδή να αλλάξουν τα πράγματα. Το ίδιο έργο παίχτηκε στην Αναγέννηση, στο Διαφωτισμό, στη Γαλλική Επανάσταση, στους ριζοσπάστες της Κεντρικής Αμερικής στα τέλη του 19ου αιώνα… όπου και όποτε χρειάστηκε να κινηθεί ο άνθρωπος προς την αξιοπρέπεια και την ελευθερία.

Η δυναμική προβολή του Αρχαίου Κόσμου στο σήμερα και στο αύριο, στη ζωή που βιώνουμε σήμερα εμείς και στις μέρες που έρχονται, έχει τέσσερις επιμέρους πλευρές ή διαστάσεις. Η μία είναι καθαρά κοινωνικοπολιτική. Οι δύο επόμενες είναι κοινωνικοπροσωπικές και η τελευταία είναι καθαρά προσωπική, αφορά δε όλο το είναι του ανθρώ¬που και όλη την έκταση του καθημερινού βίου, συλλογικού και ατομικού.

Ο Πολιτικός Άνθρωπος

Έχει ειπωθεί από πολλούς ότι οι Έλληνες εφηύραν «τον Ανθρωπο», ακόμα περισσότερο ότι εφηύραν «τον Πολιτικό Ανθρωπο». Εφηύραν επίσης και την πολιτική, μία διάσταση που είναι όχι έξω αλλά μέσα στον άνθρωπο.

Από τα βιολογικά είδη, κάποια χαμηλής εξέλιξης ζουν μόνα τους, κάποια πιο προηγμένα ζούνε κοινωνικά. Κοινωνικό ον είναι η μέλισσα, κοινωνικό ον είναι και ο λύκος. Εκεί έχουμε κάποιους νόμους, οι οποίοι είναι διαχρονικοί και διατοπικοί. Για παράδειγμα, και το έτος Ο των Χριστιανών, και το 1600 και βεβαίως επίσης και σήμερα, και στην Ασία και στην Αμερική, ο λύκος συμπεριφέρεται με τον ίδιο τρόπο. Η αγελαία συμπεριφορά του είναι μέσα στις βιολογικές του προδιαγραφές, από εκεί αναδύονται κάποιοι κοινωνικοί νόμοι που πρέπει να υπηρετήσει ώστε να είναι κανονικός λύκος. Εντάσσεται κοινωνικά μέσα σε μία αγέλη και ακολουθεί αυτούς τους νόμους, οι οποίοι είναι ουσιαστικά ανελαστικοί και απαραβίαστοι. Δεν μπορεί να τους αλλάξει, δεν μπορεί να τους τροποποιήσει.

Ο άνθρωπος όμως δεν είναι κοινωνικό ον. Ένα τμήμα του βέβαια είναι κοινωνικό, γιατί ως άνθρωπος έχει και το ζωώδες μέσα του. Το να λέμε όμως ότι ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον δεν μας τιμά. Αυτό που ξεχωρίζει τον άνθρωπο από τα άλλα ζώα είναι το πολιτικό του στοιχείο, το ότι δηλαδή ο άνθρωπος από την ίδια του τη φύση καλείται να δημιουργεί θετό δίκαιο, δηλαδή νόμους, οι οποίοι δεν είναι διαχρονικοί, ούτε διατοπικοί. Είναι νόμοι που τους φτιάχνει ο ίδιος για τον εαυτό του, για τον εκάστοτε χρόνο και τόπο. Και επειδή τους έχει φτιάξει ο ίδιος, δεν είναι απαραβίαστοι, αλλά παραβιάσιμοι από οποιονδήποτε άλλον έρθει να τους αλλάξει, να τους τροποποιήσει, ή να τους καταργήσει.

Αυτή η διάσταση του ανθρώπου, η πολιτική, στενά συνδεδεμένη με την έλλογη φύση του, είναι που τον κάνει να ξεχωρίζει από το υπόλοιπο είδος των έμβιων όντων.

Όντως, για να φτιάξει θετό δίκαιο, ο άνθρωπος οφείλει να έχει ένα άλλο, ιδιαίτερο μυαλό, το οποίο βεβαίως έχει ως δώρο από τη Φύση, ένα εξαιρετικό προνόμιο, χαρισμένο από μία επιλογή της Φύσης και όχι επειδή είμαστε ένα βιολογικό είδος εκλεκτό των Θεών. Κάποια στιγμή δηλαδή, η Φύση θέλησε, για τους δικούς της λόγους, να ενεργοποιήσει στον ανθρώπινο εγκέφαλο το κέντρο του Λόγου.

Είμαστε έκτοτε όντα έλλογα, δηλαδή έχουμε μέσα μας τον λόγο και έχουμε τη δυνατότητα να εκδηλώσουμε λογικότητα -χωρίς κατ’ ανάγκη να είμαστε και λογικοί (εάν ήμασταν δεν θα ήταν ο κόσμος στα χάλια που έχει σήμερα). Είμαστε έλλογοι, δηλαδή έν-λογοι, και απλώς όταν κάποτε καταφέρνουμε να εκδηλώσουμε τη λογικότητά μας, κάνουμε θαύματα. Όταν δεν την εκδηλώνουμε, κάνουμε αυτό που βλέπουμε γύρω μας αυτήν τη στιγμή.

Σε Αναζήτηση Ανθρωπισμού

Η επανεφεύρεση του Πολιτικού Ανθρώπου είναι το αίτημα και των δικών μας καιρών, καθώς είναι ένα αίτημα διαρκές. Σε κάθε εποχή που η ανθρωπότητα σηκώθηκε για να δημιουργήσει κάτι θετικό, μπήκε άμεσα το αίτημα του Πολιτικού Ανθρώπου, δηλαδή της ανώτερης διάστασης του ανθρώπου. Το είδαμε και στη Γαλλική Επανάσταση, το είδαμε και σε άλλες σπουδαίες στιγμές της Ιστορίας, όταν ο άνθρωπος μπόρεσε να ξαναγίνει ιστορικό υποκείμενο. Ήταν αυτός ο ανώτερος άνθρωπος, που μπορούσε και κινούσε τα πράγματα, αυτός που άλλαζε καταστάσεις, ήταν αυτός ο ανώτερος άνθρωπος, ο Πολιτικός, που έφερνε άλλα δεδομένα στη θέση των παλιών. Έκανε επαναστάσεις… Επαναστάσεις δεν κάνουνε οι μέλισσες, ούτε οι λύκοι, επαναστάσεις κάνουν οι άνθρωποι.

Η πολιτική διάσταση του Ανθρώπου και η δυναμική επανεφεύρεση της είναι η πρώτη και βασικότερη προβολή του Αρχαίου Κόσμου στο σήμερα. Ένα πρώτο αίτημα όσων θέλουν να αναβιώσουν την ελληνική διάσταση του Ανθρώπου, είναι η δέσμευση να συμμετάσχουμε «στα κοινά» και να δουλέψουμε για τον ‘Ανθρωπο.

Όχι για τους εαυτούς μας, αλλά για τη μεγάλη αξία που λέγεται Ανθρωπος: «Εμείς οι άνθρωποι ορίζουμε την έννοια του ανθρώπου και ο ίδιος ορισμός ισχύει για όλους. Αυτό αποτελεί σαφή απόδειξη, ότι δεν υφίσταται καμία διαφορά ως προς το είδος μεταξύ ανθρώπου και ανθρώπου… η λογική είναι κοινή σε όλους μας… και δεν υπάρχει άνθρωπος οποιασδήποτε φυλής, που εάν βεβαίως βρει τον κατάλληλο οδηγό, να μην μπορεί να φθάσει στην Αρετή» σχολιάζει σχετικά ο Κικέρων (De Legibus,1. 28-31).

Υπάρχει μία έννοια, ξεχασμένη λίγο στις ημέρες μας, η οποία ονομάζεται Ανθρωπισμός. Είναι μία ακόμα εφεύρεση των Ελλήνων, που μεταδόθηκε στους Ρωμαίους και μεταφράστηκε από εκείνους ως humatitas, συμπληρωματική μάλιστα έννοια της Virtus δηλαδή της Αρετής και ορίζεται ως καλή προαίρεση προς τους άλλους ανθρώπους.

Εφευρέτης του πρωτότυπου όρου ήταν ο Παναίτιος ο Ρόδιος. Η πρωτότυπη, η ελληνική λέξη απόδοσης του όρου χάθηκε, δεν γνωρίζουμε ποια ακριβώς λέξη χρησιμοποιούσαν οι Μέσοι Στωικοί, στους οποίους και ανήκε ο Παναίτιος, γνωρίζουμε όμως ότι εκείνοι που όρισαν πρώτοι τον άνθρωπο ως αυταξία, ως αξία που υποστηρίζεται από μόνη της, ήταν οι Έλληνες.

Οι Στωικοί ιδιαίτερα, δίδαξαν ότι όλοι οι άνθρωποι, λόγω της κοινής φύσης τους, ως «κοινής νοεράς φύσεως μέτοχοι», πρέπει να είναι αντικείμενα της συμπάθειας, του ενδιαφέροντος και της φιλίας του κάθε πολιτισμένου ανθρώπου.

Οργανικότητα και Ελευθερία

Η δεύτερη διάσταση του Αρχαίου Κόσμου που μπορεί να προβληθεί δυναμικά στο παρόν της δικής μας ζωής είναι κοινωνικο-προσωπική. Πρόκειται για εκείνο που λέμε Οργανικότητα και είναι το ακριβώς αντίθετο από αυτά που έχουμε σήμερα μάθει στις οικογένειες μας, στα σχολεία και στους τόπους απασχόλησης μας: ότι δήθεν είμαστε μοναχικά άτομα μέσα σ’ ένα εχθρικό περιβάλλον, άνθρωποι εντελώς αποκομμένοι από κάθε φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον, που προσπαθούν απεγνωσμένα να απαλλοτριώσουν δικαιώματα, ή λίγη χαρά, λίγη ελευθερία, λίγο χώρο, ο οποίος είναι ξένος ως προς εμάς και προσπαθούμε «να τον πάρουμε», ώστε στοιχειωδώς να λειτουργήσουμε. Είμαστε δηλαδή απομονωμένα, εξατομικευμένα και άρριζα όντα, που κινούμαστε σ’ ένα περιβάλλον που κυμαίνεται μεν από εχθρικό μέχρι φιλικό, αλλά ωστόσο πάντοτε ξένο προς εμάς ήταν για τους προγόνους μας κάτι το δεδομένο. Ο άνθρωπος δεν ήταν άτομο, άρριζο και μέσα σε εισαγωγικά «ελεύθερο» (υπό την έννοια της αρνητικής ελευθερίας, δηλαδή να μην ανήκει πουθενά και να μην έχει βάση πουθενά), αντίθετα ανήκε εκ γενετής σ’ ένα συγκεκριμένο «σώμα», πολιτικό θα μπορούσαμε να πούμε, που ήτανε η πόλη του. Τμήμα της ήτανε το γένος του. Έξω από αυτό το γένος και έξω από αυτήν την πόλη, ο άνθρωπος δεν υπήρχε, δεν μπορούσε να σταθεί. Αν αποκοβόταν ή διωχνόταν από εκεί, ήταν τίποτε περισσότερο από ένας ζωντανός νεκρός.

Ο άνθρωπος έβλεπε τον εαυτό του να υπάρχει μόνο μέσω εκείνου του οργανικού πολιτικού συνόλου, της πόλης του. Και όριζε την ευδαιμονία του μέσω της ευδαιμονίας αυτής ακριβώς της πόλης. Ήταν ελεύθερος όχι επειδή μπορούσε να κάνει ότι θέλει, δηλαδή να δρα μέσα στην ασυδοσία, όπως ίσως σήμερα θα όριζε κάποιος την «ελευθερία». Ούτε βέβαια υπήρχε εκείνος ο χαζός έμμεσος ορισμός, ότι «η ελευθερία σταματάει εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου» και τέτοια πράγματα.

Ορισμός της ελευθερίας για τους προγόνους μας ήταν να υπακούς (σας ακούγεται παράξενο;) σε νόμους, οι οποίοι είναι αποτέλεσμα «ελευθέρων πολιτών ελευθέρας πόλεως». Ελευθερία ήταν το προνόμιο να υπακούς (σας ακούγεται παράξενο;) σε υγιείς πολιτικές καταστάσεις, δηλαδή σε μία συγκροτημένη Πολιτεία που να μπορεί να εγγυηθεί την τέλεια πολιτική σύνθεση αυτοδιάθεσης, ισονομίας, ευθύνης, ισηγορίας και παρρησίας.

Ακόμα και στην εξαιρετική θεολογία των Ελλήνων βλέπουμε ότι οι Θεοί, οι οποίοι είναι παντοδύναμοι και αυτοί έφτιαξαν τους νόμους του σύμπαντος, άπαξ και τους έφτιαξαν τους υπακούουν. Όπως και στη γήινη Πολιτεία, έτσι και στην ουράνια οι νόμοι (από το ρήμα νέμω, δηλαδή αυτά που έχουν δοθεί ή απονεμηθεί κατ’ αναλογίαν) είναι πάνω από αυτούς, άπαξ και ψηφίστηκαν και τέθηκαν σε ισχύ. Μπορούν να αλλάξουν, αλλά όσο είναι αναρτημένοι «στα ψηφίσματα», οι νόμοι δεν παραβιάζονται. Ο Σαρπηδών πεθαίνει την επόμενη ημέρα και ο Θεός Ζευς δεν μπορεί να τον σώσει. Δεν σώζει τον υιό του επειδή ακριβώς τηρεί τον νόμο, επειδή είναι Θεός και οφείλει να λειτουργεί ως τέτοιος.

Δεν Έχουμε Δημοκρατία!

Μια που μιλάμε για την ελευθερία, θα ήθελα παρενθετικά να αναφερθώ στη Δημοκρατία, την οποία και αυτή εφηύραν οι προγονοί μας και την κατέθεσαν μάλιστα ως παρακαταθήκη στην Ιστορία της ανθρωπότητας. Η Δημοκρατία ουσιαστικά επανεφευρέθηκε στους μεταχριστιανικούς αιώνες με τη Γαλλική Επανάσταση. Λίγοι άνθρωποι γνωρίζουν ότι έννοιες όπως «πατρίδα», «ελευθερία», «έθνος», «δημοκρατία», το 1750 λόγου χάρη δεν υπήρχαν καν στα μυαλά των ανθρώπων.

Η Δημοκρατία βασίζεται στο «κράτος» (εκ του κρατώ, ήτοι κατέχω την δύναμη, κυβερνώ, κατευθύνω, και όχι στην «αρχή» (οπότε θα είχαμε «δημαρχία») του Δήμου, ο οποίος Δήμος είναι το σύνολο των ενεργών πολιτών.

Αρα, για να υπάρξει Δημοκρατία πρέπει να υπάρξει Δήμος και για να υπάρξει Δήμος πρέπει να υπάρχουν ενεργοί πολίτες, και για να υπάρχουν ενεργοί πολίτες πρέπει να υπάρχει «Πόλις». Η «Πόλις» όμως δεν είναι απλώς κτίρια, αλλά μία πολύ συγκεκριμένη πολιτική οντότητα, εκείνη ακριβώς η οργανική διάσταση που έχει χαθεί σήμερα από την ανθρώπινη σύμπραξη και συμβίωση.

Όταν δεν έχουμε Πόλη, πώς έρχονται και μιλούν για Δημοκρατία αυτοί που μιλούν σήμερα γι’ αυτήν, κυρίως εκείνοι που τολμούν να μιλάνε στο όνομα της Βέβαια, για να καλυφθεί αυτό το απέραντο κενό εφηύραν τα «δικαιώματα του ανθρώπου», τα «ατομικά δικαιώματα», που ναι μεν ακούγονται ωραία και μας έχουν εξασφαλίσει μεγάλα ποσοστά ελευθερίας, αλλά ουσιαστικά είναι μια παγίδα. Γιατί, ναι μεν μας δίνουν κάποιο ποσοστό ελευθερίας σήμερα, αλλά δεν είναι ζήτημα ατομικού προνομίου να είσαι ελεύθερος, να ευδαιμονείς, να μην σ’ ενοχλεί ο άλλος, να κινείσαι, να διαμορφώνεις… Δεν είναι θέμα ατομικής υπόθεσης, αλλά συνολικής. Κανονικά θα έπρεπε να λέγονται «συνολικά δικαιώματα της ανθρωπότητας».

Αυτό που χάθηκε λοιπόν μέσα στους αιώνες δεν είναι άλλο παρά η προαναφερθείσα Οργανικότητα. Η Δημοκρατία πρώτα από όλα είναι υποχρέωση. Υποχρέωση και ευθύνη προς το κάτω επίπεδο που είναι η ρίζα, και προς το επάνω που είναι η Πόλη. Γι’ αυτό οι προγονοί μας είχαν πολύ αυστηρές ποινές απέναντι σ’ εκείνους που διέστρεφαν ή εξέτρεπαν την Δημοκρατία.

Σήμερα, ποιοι λένε ότι έχουμε Δημοκρατία; Μα, φυσικά, οι κρατούντες! Εμείς πάντως που δεν είμαστε κρατούντες, έχουμε κάθε δικαίωμα να λέμε ότι δεν έχουμε Δημοκρατία. Εκείνους που ενοχλούνται τους παραπέμπουμε στον Θουκυδίδη και στις από αυτόν οριζόμενες βασικές πολιτικές εξουσίες κάθε ελεύθερου Δήμου, δηλαδή να είναι αυτόνομος (που πάει να πει να καθορίζει ο ίδιος τους θεσμούς και τους νόμους του), αυτόδικος (να εκδικάζει τις υποθέσεις του μετά δικά του δικαστήρια) και αυτοτελής (να διαχειρίζεται ο ίδιος τα θέματα της πολιτικής ζωής).

Φύση και Ιερό

Πάμε τώρα στην τρίτη διάσταση του Αρχαίου Κόσμου που μπορεί να προβληθεί δυναμικά στο παρόν της δικής μας ζωής. Εδώ υπάρχει πραγματικά με¬γάλο κενό, γιατί στις μέρες μας έχουμε χάσει πλήρως την έννοια της ιερότητας. Εκτός δηλαδή από την Οργανικότητα, έχουμε χάσει και την ιερότητα. Δεν έχουμε καμία πρόσβαση σε αυτήν. Ας δούμε όμως πρώτα, προς αποφυ¬γή παρεξηγήσεων, τι είναι ιερό. Η λέξη αρχίζει με ένα γιώτα (ι) που δασύνεται. Η δάσυνση του γιώτα οφείλεται στο ότι η ρίζα της λέξης είναι το «γερόν». Και ιερόν είναι όντως ότι είναι γερόν, αφού γερόν είναι ότι συνάδει και καταφάσκει δυναμικά τους νόμους της Φύσης. Δηλαδή «ιερόν» είναι μόνον ότι είναι σύμφωνο με τους φυσικούς νόμους, και καταφάσκει στη ζωή.

Ιερό δεν μπορεί να είναι κάτι το οποίο με τον οποιονδήποτε τρόπο εκφράζει άρνηση της ζωής. Ιερό δεν μπορεί να εί¬ναι ένα νεκρό σώμα, ούτε ένα νεκρό δέντρο. Ιερός δεν μπορεί επίσης να είναι ο θάνατος, αφού ο τελευταίος υπάρχει μόνο κατά παρακολούθηση του φαινομένου της ζωής. Ο θάνατος από μόνος του δεν είναι ιερός, όπως δεν μπορεί να είναι ιερή η αποσύνθεση.

Για τους προγόνους μας, η Φύση ήταν ιερή σε κάθε εκδήλωση της, με διαφορετικούς ίσως βαθμούς ιερότητας, πάντως ολόκληρη η Φύση. Επειδή ακριβώς είναι Φύση, υπάγεται στους φυσικούς νόμους και γεννάει ζωή (ετυμολογείται άλλωστε εκ του ρήματος φύω, δηλαδή αναπτύσσω, γεννώ, παράγω). Η αντίληψη μιας κενής από ιερό Φύσης οδηγεί, μεταξύ άλλων, στο τρομακτικό αποτέλεσμα του άδειου ναού.

Ο ναός πρέπει να είναι γεμάτος από εικόνες, λουλούδια, αφιερώματα, μυρωδιές, μία φύση σε οργασμό, μία παλλόμενη πραγματικότητα. Οι ναοί αυτών που θεώρησαν άδεια τη Φύση είναι άδεια κουτιά και αυτό είναι η λογική κατάληξη μίας ολόκληρης συμπεριφοράς απέναντι στη Φύση. Αν ο άνθρωπος έχει μάθει να τα βλέπει όλα αυτά κενά από ιερότητα, τότε μιλάμε για μιαν άλλη συμπεριφορά απέναντι στα πράγματα. Όταν από την άλλη τα χρίσουμε ιερά, τότε ομοίως μιλάμε για μία αντίθεση στάση.

Αξιοπρέπεια και Ευθύνη

Φτάνω τώρα στην τέταρτη διάσταση του Αρχαίου Κόσμου που μπορεί να προβληθεί δυναμικά στο παρόν της δικής μας ζωής και αφορά την προ¬σωπική σφαίρα, αφού έχει να κάνει με μία κοσμοθέαση αξιοπρέπειας και ελευθερίας.

Στις δικές μας μέρες, για κάποιον λόγο πολύ συγκεκριμένο, η κυρίαρχη κατάσταση έχει βαλθεί να μπολιάζει στον άνθρωπο την αίσθηση μιας υποτιθέμενης ασημαντότητας του. Για να σε ελέγξω δηλαδή, σε κατεβάζω πολύ χαμηλά, ώστε εσύ, με πλήρη συνείδηση της υποτιθέμενης ασημαντότητας σου, να μην μπορείς να ζητήσεις και να διεκδικήσεις πολλά πράγματα.

Υπάρχει στο μεταχριστιανικό κόσμο μία ογκώδης σύγχυση, διόλου τυχαία, αντίθετα θα έλεγα σκόπιμη και μεθοδευμένη, μεταξύ της έννοιας της σεμνότητας -που για τους προγονούς μας είναι μία από τις αρετές- και της ταπεινότητας. Συγχέει ο σύγχρονος άνθρωπος τον σεμνό άνθρωπο με τον ταπεινό. Δηλαδή ένας άνθρωπος που τολμάει να πει «εγώ είμαι άξιος μουσικός», γιατί όντως είναι, κινδυνεύει να κατηγορηθεί ότι έχει δήθεν «καβαλήσει το καλάμι», ότι είναι αλαζόνας, κοκ.

Ο άνθρωπος οφείλει να έχει πρωτίστως το γνώθι σαυτόν, και σε αυτό καμία φιλοσοφική συνταγή δεν λέει ότι πρέπει να κοιτάζει προς τα κάτω. Το γνώθι σαυτόν δεν σημαίνει αντίληψη μηδενικού ή σκλάβου. Είναι αλαζόνας κάποιος μόνον όταν προσπαθεί «να φανεί» σε πράγματα που δεν είναι σημαντικός.

Αυτή η επιβεβλημένη ταπεινότητα είναι εκείνη που δημιουργεί, πέρα από έναν υποκριτικό κόσμο, και έναν άτακτο κόσμο ανθρώπων οι οποίοι δεν έχουν μάθει να σέβονται τις ιεραρχήσεις, γιατί πρωτίστως δεν έχουν μάθει να σέβονται τους εαυτούς τους.

Όταν όλα αξίζουν όλα, τότε τίποτε δεν αξίζει τίποτε. Πού είναι η διάκριση; Πού είναι η αξία; Ποια η έννοια της Δικαιοσύνης (που διόλου τυχαία ετυμολογείται από το ρήμα δείκνυμι, δηλαδή φέρω στο φως, επιδεικνύω, φανερώνω); Ο καθένας έχει ευθύνη γι’ αυτό που είναι. Πρέπει να ξέρουμε ανά πάσα στιγμή τι κοστίζουμε, ποιοι είμαστε, σε ποιο ύψος είμαστε στον κάθε τομέα και να φέρουμε πλήρη την ευθύνη.

Η Χαμένη Σημασία της Αρετής

Οι προγονοί μας, εκτός από όλα τα άλλα, είχαν εφεύρει και την έννοια Αρετή. Τι είναι Αρετή; Είναι τα θεία μεγέθη, τα χαρακτηριστικά που έχουν οι Θεοί, όταν αυτά κατεβαίνουν στο ανθρώπινο επίπεδο, γι’ αυτό άλλωστε και η λέξη ετυμολογείται από το «αραρίσκω», δηλαδή αρμόζω, ταιριάζω. Για παράδειγμα, συλλαμβάνεις ως φιλόσοφος ότι στο Σύμπαν υπάρχει κάτι που λέγεται Δικαιοσύνη. Όταν αυτό κατέλθει στα ανθρώπινα πράγματα, τότε απλώς έχεις να κάνεις με την ανθρώπινη Δικαιοσύνη. Όχι με το ευκαιριακό και ελαστικό «δίκαιο» των δικαστηρίων και των δικαστών, αλλά με την άκαμπτη Δικαιοσύνη που αποτελεί Αρετή. Αυτή η ακαμψία της άλλωστε, αλλά και η δυνατότητα της να επιδέχεται λογικού ορισμού, είναι που κάνει την Αρετή διδακτή και μη απωλεστέα άπαξ και κατακτηθεί.

Σήμερα η Αρετή, σε κάθε μορφή της, έχει χαθεί και το κενό έχει καλυφθεί με κατακλυσμό συναισθήματος. Έχετε πα¬ρατηρήσει πώς δουλεύουν όλοι αυτοί που ενδιαφέρονται πολύ να μας ελέγξουν; Πολιτικοί, παπάδες, διαφημιστές και κάθε άλλος όμοιος τους δουλεύει κυρίως με το συναίσθημα. Όλοι αυτοί αναφέρονται σε συναισθήματα, ποτέ σε Αρετές. Η αγάπη, το μίσος, η ζήλεια, και τα παρόμοια, είναι συναισθήματα, άτακτες ροές της ανθρώπινης ψυχής, φυσικά μη λογικές και άρα ασταθείς.

Για να γίνω πιο κατανοητός, αγαπάω σήμερα κάποιον και μετά μού ξινίζει και τον μισώ. Είναι ένα ασταθές συναίσθημα η αγάπη, όπως άλλωστε είναι και το αντίθετο της. Όταν όμως έχω Φιλότητα, ή Ευσυναλλαξία, ή Χρηστότητα απέναντι στον συνάνθρωπο, τότε θα είμαι άτιμος απέναντι στον ίδιο μου τον εαυτό, εάν θα αρχίσω ξαφνικά να λειτουργώ αντίθετα απέναντι του.

Οι σύγχρονοι εξουσιαστές τι κάνουν; Υπερτονίζουν το συναίσθημα, κάνουν τον άνθρωπο υπερσυναισθηματικό, τού πατάνε κουμπιά με την προπαγάνδα και τον ελέγχουν απόλυτα. Αν όμως υπήρχε μία προβολή του αρχαίου κόσμου στις μέρες μας και είχαμε μάθει να κινούμαστε βάσει του δικού τους συστήματος, του συστήματος των Αρετών, τα κουμπιά αυτά θα ήταν νεκρά, δεν θα ανταποκρίνονταν σε τίποτε.

Το σύστημα των Αρετών είναι ακλόνητο και διαχρονικό, είναι κώδικας. Να λοιπόν άλλη μία εκκρεμότητα που πρέπει να απασχολήσει όσους θέλουν να προβάλλουν το ελληνικό πνεύμα στο τώρα. Μιλάνε πολλοί σήμερα για «κρίση αξιών», αλλά κανείς δεν μπορεί να απαριθμήσει τις αξίες που υποτίθε¬ται ότι έχει αυτός ο σημερινός κόσμος-ένας κόσμος γεμάτος από «αξύνετους» ανθρώπους, όπως θα τους περιέγραφε ο Ηράκλειτος (εννοώντας εκείνους που δεν διδάσκονται τίποτε από την καθημερινή τους εμπειρία και δεν συλλαμβάνουν τα νοήματα των πραγμάτων, ζώντας ουσιαστικά σε βαθύ λήθαργο και σε μία ψεύτικη πραγματικότητα).

Εν κατακλείδι, η διαχρονική σύγκρουση στους κόλπους της ανθρωπότητας δεν είναι παρά η σύγκρουση μεταξύ ποιοτικών και χυδαίων ανθρώπων. Προφανώς, οι τέσσερις διαστάσεις του Αρχαίου Κόσμου που ήδη εξετάσαμε ως ικανές να προβληθούν δυναμικά στο παρόν της δικής μας ζωής, μπορούν να κερδίσουν μία ακόμα μάχη για λογαριασμό των πρώτων.


Το παραπάνω κείμενο αποτελεί τμήμα διάλεξης του Βλάση Ρασσιά, που δόθηκε προ μηνών στη Λευκωσία, στην αίθουσα εκδηλώσεων του Ομίλου Φίλων Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού «Έλευσις» και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “ΑΒΑΤΟΝ” στο τεύχος Νοεμβρίου – Δεκεμβρίου 2007