Κυριακή, 3 Ιουνίου 2012

Οι αρχαϊκοί νόμοι (1100-750 π.Χ.)


Κατά την αρχαιότητα λόγω του γεγονότος ότι οι νόμοι ήταν άγραφοι, οι ευγενείς τους ερμήνευαν κατά το δοκούν προς όφελός τους και παρόλο που δεν είχαν δοθεί από τους θεούς, εν τούτοις επειδή τελούσαν “υπό την προστασία των θεών” ήταν απόλυτα σεβαστοί. Με την πάροδο των ετών οι πολίτες άρχισαν να διαμαρτύρονται κατά αυτής της συνήθειας των ευγενών και επειδή ήδη υπήρχαν γραπτοί κατάλογοι δημοσίων λειτουργών και συνθηκών, απαίτησαν με επιμονή την καταγραφή των νόμων.

Οι παλαιότεροι κώδικες για τους οποίους έχουμε κάποια γνώση είναι ανεπεξέργαστοι και μάλλον τραχείς. Συνδέονται με ονόματα νομοθετών, δηλαδή προσώπων που είχαν εκλεγεί για να ασκήσουν διαιτησία σε υποθέσεις συγκρουόμενων συμφερόντων και στους οποίους είχε ανατεθεί το έργο της ταξινόμησης και καταγραφής των νόμων. Συγκεκριμένα από τον κώδικα του μυθικού σχεδόν Ζάλευκου που κατάγονταν από τους Λοκρούς της νότιας Ιταλίας, έχουν διατηρηθεί κάποια στοιχεία μέχρι σήμερα.


  • Μεγάλη σημασία έχει το γεγονός ότι οι ποινές δεν καθορίζονταν από τους δικαστές αλλά από τους ίδιους τους νόμους.
  • Η διάταξη που καθορίζει τον τύπο του ενδύματος για τους άνδρες και τις γυναίκες φανερώνει τη χαρακτηριστική επιθυμία των Ελλήνων να εκπαιδεύουν και όχι απλώς να τιμωρούν.
  • Αναγνωρίζεται επίσης η δυνατότητα να συνάπτουν συμβόλαια. Αυτή η ιδέα είναι φυσικά αντίθετη με τη θεωρία του ισχυρότερου και είναι αποτέλεσμα κάποιου φωτισμένου ανθρωπισμού.
  • Ένας άλλος νόμος επέβαλλε την ποινή του απαγχονισμού σε όποιον πρότεινε τροποποίηση ενός νόμου που ήταν σε ισχύ, εφόσον η πρότασή του δεν γινόταν δεκτή. Σ’ αυτή την περίπτωση βλέπουμε τον φόβο των Ελλήνων για τις επαναστάσεις. Ωστόσο η δραστικότητα αυτού του νόμου έτεινε να παγιώσει το καθεστώς.
  • Η προνοητική διάταξη του Ζάλευκου “οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος” ίσως ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Είναι μοναδική στην ελληνική νομοθεσία και παραπέμπει σε εξωγενείς επιρροές.
Επίσης ορισμένοι παραδοσιακοί νόμοι του Χαρώνδα, ενός αρχαίου νομοθέτη της Κατάνης, ίσως είναι αυθεντικοί και φανερώνουν μεγάλη ποικιλία νομικών περιπτώσεων. Αυτοί οι νόμοι αναφέρονταν στην ψευδομαρτυρία, στον εμπρησμό, στους κινδύνους της περιουσίας, στις αγοροπωλησίες, στο διαζύγιο, στα ορφανά, στους κληρονόμους, στη στρατιωτική θητεία και στις κακές συναναστροφές.

Οι αρχαϊκοί νόμοι έδιναν ιδιαίτερη σημασία στην ανθρωποκτονία και στον τρομακτικό κίνδυνο του μιάσματος που αυτή έκλεινε μέσα της, αλλά το κίνητρο σ’ αυτή τη περίπτωση δεν ήταν πρωταρχικά θρησκευτικό.

Εξ’ αρχής διακρίνουμε μια αόριστη επιθυμία για αυτοάμυνα, η οποία τελικά θα γίνει αποφασιστικότητα ώστε να επιβληθεί η θέληση της κοινότητας στα ιδιαίτερα συμφέροντα, είτε ατόμων, είτε οικογενειών, είτε φυλών με σκοπό να ρυθμίσουν τη δημόσια και ιδιωτική ζωή. Κάτω από αριστοκρατικά καθεστώτα λοιπόν, δημιουργήθηκε ο υπέρτατος νόμος της πόλης – κράτους, δηλαδή η ιδέα ότι ο νόμος πρέπει να είναι απόλυτα κυρίαρχος στους ανθρώπους. Δεν υπήρχε ωστόσο γραπτό σύνταγμα όπως θα λέγαμε σήμερα, διότι το πολίτευμα μπορούσε να αλλάζει εν μια νυκτί με την άνοδο ή την πτώση ενός κόμματος, ενώ το σώμα του αστικού νόμου παρέμενε το ίδιο.
Στο τέλος της αρχαϊκής περιόδου γίνονται οι πρώτες καταγραφές νόμων στις πόλεις – κράτη της Ελλάδας.

Στη Σπάρτη η νομοθεσία εδράζεται με τους κανόνες του Λυκούργου, ο οποίος σύμφωνα με τον Αριστοτέλη ( «Απολογία» Fr 533 και «Πολιτικά» 1270 b) έζησε και νομοθέτησε κατά την περίοδο τελέσεως της πρώτης Ολυμπιάδας (777 π.Χ.). Από κοινού με τους βασιλείς Ίφιτο των Ηλείων και Κλεισθένη των Πισατών, ο Λυκούργος καθιερώνει την Ολυμπιακή εκεχειρία, την κατάπαυση δηλαδή των εχθροπραξιών, κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Λυκούργος δεν ήταν ένας απλός άνθρωπος, αλλά μία Θεϊκή μορφή, ενώ κατ’ άλλους αποτελούσε διαβιβαστή των Θεϊκών εντολών.  Κατά τον Πίνδαρο (514-438), οι Νόμοι της Σπάρτης δόθηκαν στον Λυκούργο από τον Πύθιο Απόλλωνα. Το νομοθετικό έργο που εισήγαγε, οδήγησε την Σπάρτη στην Ευνομία. Κυρίαρχο γνώρισμα του νομοθετικού του έργου, είναι ότι δεν εισήγαγε στην πόλη πληθώρα νόμων, αλλά θεσμών, με το σκεπτικό ότι οι νόμοι είναι ευμετάβλητοι, ενώ οι θεσμοί συνιστώντας παραδόσεις, αποτελούν συνήθειες που θα καταστούν σύμφυτες προς τη ζωή των Λακώνων και θα εδραιωθούν αιώνια. Στα νομοθετήματά του εντάσσεται ο αναδασμός της γης καθώς και η κατάργηση των χρυσών και αργυρών νομισμάτων, έχοντας επίγνωση του γεγονότος ότι αυτά αποτελούν αντικείμενο διενέξεων, καθώς «ο πολύς πλούτος και η υπερβολική φτώχεια, αποτελούν το μέγιστο των νοσημάτων μίας Πολιτείας». Πραγματικά, η αντίληψη αυτή του Λυκούργου δικαιώθηκε από το γεγονός ότι μόλις ο Λύσανδρος απεκατέστησε την χρήση των πολυτίμων μετάλλων, το μεγαλείο της Σπάρτης σαρώθηκε, καθώς κυριάρχησε πλέον η απληστία και συνακόλουθα η διαφθορά. Η όλη φιλοσοφία του αποσκοπούσε να καταστήσει τη Σπάρτη πεδίο εφαρμογής μίας αντίληψης κατά φύσιν απλής, αλλά πρακτικής.

Στην Αθήνα ο Δράκων αναφέρεται ως ο πρώτος νομοθέτης παρόλο που πριν από αυτόν, έξι άρχοντες ονομαζόμενοι Θεσμοθέτες, θεσμοθετούσαν άγραφους νόμους από το 683 π.Χ. Οι Αθηναίοι το 624 π.Χ. του ανέθεσαν να γράψει τους νόμους και το 621 π.Χ. τους παρέδωσε σε μαρμάρινες πλάκες τις οποίες τοποθέτησε στην Αγορά όπου ο καθένας μπορούσε να τις διαβάζει. Οι νόμοι αυτοί που ονομάζονταν Θεσμοί ή Διατάξεις ήταν πολύ αυστηροί και από τότε η έκφραση “Δρακόντειοι νόμοι” είναι συνώνυμη με τους ιδιαίτερα αυστηρούς νόμους, όπως αντίστοιχα “Δρακόντεια μέτρα” ονομάζονται τα αυστηρά μέτρα. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Πλούταρχος είπε ότι οι νόμοι του Δράκοντα γράφτηκαν με αίμα, όχι με μελάνι. Οι τιμωρίες ήταν ιδιαίτερα σκληρές, σε ασήμαντα αδικήματα, όπως η κλοπή ενός μήλου ή ακόμη και η τεμπελιά ετιμωρούντο με θάνατο. Ο Δράκων όμως έκανε διαχωρισμό μεταξύ του φόνου ‘’εκ προμελέτης’’ και ‘’εξ αμελείας’’. Άφησε στην δικαιοδοσία του Αρείου Πάγου την δίκη του εκ προμελέτης φόνου, και διόρισε πενήντα ένα δικαστές (εφέτες), οι οποίοι δίκαζαν τους φόνους εξ αμελείας. Όπως έχουμε αναφερθεί σε προηγούμενη ανάρτηση περίπου το 592 π.Χ. ο Σόλων ο Αθηναίος (635-559 π.Χ.) αντικατέστησε τους νόμους του Δράκοντα.
Βλέπουμε λοιπόν πως οι αρχαίοι Έλληνες οργάνωσαν νομοθετικά τα πρώτα ελληνικά κράτη που προεικονίζουν τη δική μας αντίληψη περί Κράτους, εμφανίζοντας κάποια σημαντικά κριτήρια. Η πολιτική εξουσία ασκείται σε μια καθορισμένη εδαφική επικράτεια, σε ένα συγκεκριμένο λαό και μέσω των νόμων.

Επισημαίνουμε τη σημασία που είχε για τους αρχαίους Έλληνες η αρετή της δικαιοσύνης, η οποία εθεωρείτο ιερή και αποτελούσε την βασική αρετή βάσει της οποίας οργανώνονται οι πολιτικοί θεσμοί της κοινωνίας όπως θα έπρεπε να ισχύει σήμερα.

Τονίζεται η έμπνευση των πρώτων Ελλήνων νομοθετών να καθιερώσουν και να επιτύχουν θεσμούς και συνήθειες στους πολίτες που διατηρήθηκαν αιώνες στα κράτη τους, ώστε η ύψιστη αρετή της δικαιοσύνης να είναι το καθοριστικό γνώρισμα της Ελληνικής Πολιτείας και των πολιτών της, σε αντίθεση με την αποτυχία των σύγχρονων Ελλήνων πολιτικών (οι οποίοι έχουν και την νομοθετική εξουσία) να δημιουργήσουν με νόμους θεσμούς που θα καθιστούσαν την Ελλάδα κράτος δικαίου αντάξιο της ιστορίας της. 

Πηγές:
1. Bostford & Robinson, Αρχαία Ελληνική Ιστορία Αθήνα 1979.
2. www..spartans.gr
3. www. el.wikipedia.org